Άρχισα να ζω επαναλήψεις, μου φαίνεται. Αν κάτσεις να ακούσεις ειδήσεις θα νομίζεις ότι είσαι στο 2003, στο 2004, κάτι τέτοιο και θα αναρωτιέσαι παράλληλα τι κάνουν τόσες άσπρες τρίχες στη γκλάβα σου επάνω. Αφού την ανοίγεις τη ρημάδα την τηλεόραση και νάσου η Αιμιλία με το βλοσυρό ύφος (σόρυ, μόνο ΡΙΚ πκιάννω δαπάνω) να μιλά για απαράδεκτες θέσεις της άααααλλης πλευράς (θυμήθηκα το τραγούδι, του Γερμανού τώρα, "εγώ, ο άλλος", το θυμάσαι;) νάσου οι "αρχηγοί" (για τα εισαγωγικά εξήγηση άλλη ώρα)ο ένας μετά τον άλλο να απορρίπτουν κάθε ιδέα προόδου και κάθε φορά να δίνουν μια σπρωξιά στη λύση να πάει πιο πέρα.
απορώ: ο λαός στον τόπο αυτό, δεν έχει μνήμη; κι απαντώ: έχει. επιλεκτική.
Λυπάμαι, αλλά βαριέμαι πολύ να ασχοληθώ με το αν όντως είναι απαράδεκτες οι θέσεις των Τ/Κ ή όχι. Το ξέρουμε ότι κάποιες είναι, το διαβάσαμε, το εμπεδώσαμε. Είμαστε όμως σε διαδικασία διαπραγμάτευσης. Δως μου να σου δώσω. Τι να κάνουμε ρε παιδιά. Έτσι είναι η ζωή γμτ. Δως μου να σου δώσω. Αποφασίστε επιτέλους, τι μπορούμε να δώσουμε για να πάρουμε κάτι άλλο. Το σίουρο εν ότι τζαι την πίττα σωστή τζαι τον σσιύλλο χορτάτο, έτσι πράμαν εν έσσιει.
Τζι αν αποφασίσετε ότι "τα θέλω όλα και τα θέλω αμέσως" που λέει και το λαϊκόν άσμαν, να είσαστε έτοιμοι να δεχτείτε και το "τίποτα". Το ίδιο "τίποτα" που τρώμε από το 1974 και μετά, όμως; Συγγνώμη, αυτό δεν σας το επιτρέπω.
Βαρέθηκα να ακούω "η Κύπρος μας" λες και μιλάμε για παιδάκι με σύνδρομο Ντάουν. Βαρέθηκα να ανήκω σε μια χώρα που τα καλύτερά της μυαλά τα έχει ταγμένα να υπηρετούν έναν αδιέξοδο σκοπό. Βαρέθηκα να σας πληρώνω για να βγαίνετε να κάνετε πατριωτικές δηλώσεις στην τηλεόραση και να βγάζετε το ψωμί σας επειδή πατάτε στο ευαίσθητο σημείο μας. Βαρέθηκα να συντηρώ τη βιομηχανία του Κυπριακού.
Ορίστε, το είπα. Αναμένω πετροβολισμόν.
Και για να σας σηκωθεί η τρίχα ακόμη πιο όρθια: αν δεν θα το λύσετε ποτέ, μπορείτε να μας το πείτε, να το ξέρουμε; Αλλά να μας το πείτε ξεκάθαρα και οριστικά. Κι ας το ονομάσουμε Σχέδιο Β'. Δεν πειράζει.
Ή μάλλον... πειράζει και μάλιστα πολύ, αλλά τουλάχιστον θα πάψουμε να ζούμε σε ψευδαισθήσεις, θα γιατρευτούμε από τα πολλά μας σύνδρομα. Οδυνηρά μεν, αλλά θα γίνουμε καλύτερα, θα προχωρήσουμε πάλι, μην ανησυχείτε, τα καταφέρνουμε εμείς. Απλώς πείτε μας την αλήθεια.
Σάββατο, 06 Φεβρουαρίου 2010
Παρασκευή, 08 Ιανουαρίου 2010
Η ηλικία του νου μου
Πριν μερικές μέρες συνάντησα τη γιαγιά μου. Μου μιλούσε με τόση ζωντάνια κι ενθουσιασμό για ένα ταξίδι που έκανε, που σκέφτηκα, χαμογελώντας μέσα μου, ότι είναι σαν παιδάκι. Δεν είναι όμως. Τουλάχιστον, εξ όψεως. Η μάνα μου πάλι, όταν βρεθεί σε συγκεντρώσεις είναι η ψυχή της παρέας, θέλει να τραγουδούμε, να παίζουμε παιχνίδια, ακόμη κι εκεί που εγώ ίσως να την ήθελα πιο συγκρατημένη, πιο… κοντά στην ηλικία της.
Ένα άνθρωπο, συχνά τον κρίνουμε για αυτά που λέει ή κάνει, βάσει της ηλικίας του. "Μα είναι δυνατό να θέλει να αγοράσει τέτοιο αυτοκίνητο στην ηλικία του;" "Καλά, στην ηλικία της θυμήθηκε να πάει για μπάνιο στη θάλασσα, Δεκέμβρη μήνα;" «Στην ηλικία του έπρεπε να ήταν παντρεμένος με παιδιά».
Η κάθε ηλικία είναι στο μυαλό μας συνδεδεμένη με συγκεκριμένες δραστηριότητες, με συγκεκριμένες ανάγκες. Ένα μωρό, λένε, θέλει πολλή αγάπη. Ένας μεσήλικας δε θέλει; Ένας έφηβος είναι ανώριμος. Ξέρω τόσους που πέρασαν τα …άντα και είναι ακόμη ανώριμοι… Ο γέρος πρέπει να κάθεται σπίτι του. Σημαίνει θέλει να κάθεται σπίτι του ή μας βολεύει κάποτε αυτό;
Υπάρχει βέβαια κι η φράση κλισέ: «Είσαι όσο νιώθεις». Πόσων νιώθεις;
Είναι κάτι μέρες που νιώθω 80 χρονών (βάσει της θεωρίας «είσαι αυτό που φαίνεσαι»). Σέρνομαι, βαριέμαι να περπατήσω, δεν έχω όρεξη για τίποτα. Άλλες φορές βλέπω παιδικές μου φωτογραφίες και τις κοιτάω αποστασιοποιημένα, λες και πρόκειται για ένα παιδάκι που δεν το ξέρω, που δεν το γνώρισα ποτέ.
Υπάρχουν, όμως, κάποιες άλλες φορές… Περπατώ στο δρόμο. Με στόχο, με προορισμό. Ξαφνικά, σαν να βλέπω τον εαυτό μου απέξω: Κεφάλι ψηλά, χέρι δεξί μπρος, χέρι αριστερό πίσω, κι εναλλάξ, πόδια ίσια, στρατιωτάκι, στο μυαλό μου ο ρυθμός που μου έλεγε η μάνα μου για να περπατάμε γρήγορα, όταν ήμουν πέντε: «ένα δύο, εν δυο, ένα δύο, εν δυο». Βλέπω εκείνο το μωρό της φωτογραφίας, με το πρόσωπο όλο λαχτάρα να πετύχει το στόχο, να περπατάει μπρος, μπρος, μπρος. Α, εκεί ήσουν μικρή μου… Άρα όντως, κάποτε υπήρξες, κι ίσως κάπου υπάρχεις ακόμη.
Πριν μερικές μέρες μου είπε μια γνωστή του πατέρα μου, ότι τον είχε γνωρίσει όταν ήταν στην ηλικία μου. Ξέρεις τι σκέφτηκα; Α! Στα δεκαπέντε δηλαδή. Ξέρεις πόσο χρονών είμαι; Τριάντα ενός. Αλλά σκέφτηκα λες και ήμουν δεκαπέντε…
Μπορεί να είναι παλιμπαιδισμός, μου συμβαίνει όμως, (κι όχι μόνο μετά τα τριάντα και την επακόλουθη κρίση) να κάνω κάτι, να κοιτάω τον εαυτό μου από μακριά και να αναγνωρίζω ένα παλιό κομμάτι μου που νόμιζα ότι είχε πεθάνει.
Όταν ήμουν μικρή, έβλεπα τους «μεγάλους» κι ένιωθα ότι ήταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος. Τώρα μόνο νομίζω άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν είναι και τόσο. Μέσα μας μπορούν να συνυπάρχουν τα συναισθήματα ενός παιδιού με την ωριμότητα ή και σκληρότητα ενός ενήλικα. Το θέμα είναι να αναγνωρίσεις κάπου εκείνο το παιδικό κομμάτι. Πρώτα στον εαυτό σου και μετά, ίσως, και στους άλλους. Μπορείς να τους δεις μετά με μεγαλύτερη καλοσύνη, να συγχωρείς λίγο παραπάνω, να επιτρέπεις στον άλλο να κάνει και καμιά «παιδική» βλακεία.
Επειδή ίσως να το παρατράβηξα λίγο και να έχω εγώ τελικά κάποιο θέμα και συ να με διαβάζεις (αν άντεξες ως εδώ) και να λες «κούκου το κορίτσι», το αφήνω εδώ, με μια ερώτηση; Πόσων νιώθεις;
Ένα άνθρωπο, συχνά τον κρίνουμε για αυτά που λέει ή κάνει, βάσει της ηλικίας του. "Μα είναι δυνατό να θέλει να αγοράσει τέτοιο αυτοκίνητο στην ηλικία του;" "Καλά, στην ηλικία της θυμήθηκε να πάει για μπάνιο στη θάλασσα, Δεκέμβρη μήνα;" «Στην ηλικία του έπρεπε να ήταν παντρεμένος με παιδιά».
Η κάθε ηλικία είναι στο μυαλό μας συνδεδεμένη με συγκεκριμένες δραστηριότητες, με συγκεκριμένες ανάγκες. Ένα μωρό, λένε, θέλει πολλή αγάπη. Ένας μεσήλικας δε θέλει; Ένας έφηβος είναι ανώριμος. Ξέρω τόσους που πέρασαν τα …άντα και είναι ακόμη ανώριμοι… Ο γέρος πρέπει να κάθεται σπίτι του. Σημαίνει θέλει να κάθεται σπίτι του ή μας βολεύει κάποτε αυτό;
Υπάρχει βέβαια κι η φράση κλισέ: «Είσαι όσο νιώθεις». Πόσων νιώθεις;
Είναι κάτι μέρες που νιώθω 80 χρονών (βάσει της θεωρίας «είσαι αυτό που φαίνεσαι»). Σέρνομαι, βαριέμαι να περπατήσω, δεν έχω όρεξη για τίποτα. Άλλες φορές βλέπω παιδικές μου φωτογραφίες και τις κοιτάω αποστασιοποιημένα, λες και πρόκειται για ένα παιδάκι που δεν το ξέρω, που δεν το γνώρισα ποτέ.
Υπάρχουν, όμως, κάποιες άλλες φορές… Περπατώ στο δρόμο. Με στόχο, με προορισμό. Ξαφνικά, σαν να βλέπω τον εαυτό μου απέξω: Κεφάλι ψηλά, χέρι δεξί μπρος, χέρι αριστερό πίσω, κι εναλλάξ, πόδια ίσια, στρατιωτάκι, στο μυαλό μου ο ρυθμός που μου έλεγε η μάνα μου για να περπατάμε γρήγορα, όταν ήμουν πέντε: «ένα δύο, εν δυο, ένα δύο, εν δυο». Βλέπω εκείνο το μωρό της φωτογραφίας, με το πρόσωπο όλο λαχτάρα να πετύχει το στόχο, να περπατάει μπρος, μπρος, μπρος. Α, εκεί ήσουν μικρή μου… Άρα όντως, κάποτε υπήρξες, κι ίσως κάπου υπάρχεις ακόμη.
Πριν μερικές μέρες μου είπε μια γνωστή του πατέρα μου, ότι τον είχε γνωρίσει όταν ήταν στην ηλικία μου. Ξέρεις τι σκέφτηκα; Α! Στα δεκαπέντε δηλαδή. Ξέρεις πόσο χρονών είμαι; Τριάντα ενός. Αλλά σκέφτηκα λες και ήμουν δεκαπέντε…
Μπορεί να είναι παλιμπαιδισμός, μου συμβαίνει όμως, (κι όχι μόνο μετά τα τριάντα και την επακόλουθη κρίση) να κάνω κάτι, να κοιτάω τον εαυτό μου από μακριά και να αναγνωρίζω ένα παλιό κομμάτι μου που νόμιζα ότι είχε πεθάνει.
Όταν ήμουν μικρή, έβλεπα τους «μεγάλους» κι ένιωθα ότι ήταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος. Τώρα μόνο νομίζω άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν είναι και τόσο. Μέσα μας μπορούν να συνυπάρχουν τα συναισθήματα ενός παιδιού με την ωριμότητα ή και σκληρότητα ενός ενήλικα. Το θέμα είναι να αναγνωρίσεις κάπου εκείνο το παιδικό κομμάτι. Πρώτα στον εαυτό σου και μετά, ίσως, και στους άλλους. Μπορείς να τους δεις μετά με μεγαλύτερη καλοσύνη, να συγχωρείς λίγο παραπάνω, να επιτρέπεις στον άλλο να κάνει και καμιά «παιδική» βλακεία.
Επειδή ίσως να το παρατράβηξα λίγο και να έχω εγώ τελικά κάποιο θέμα και συ να με διαβάζεις (αν άντεξες ως εδώ) και να λες «κούκου το κορίτσι», το αφήνω εδώ, με μια ερώτηση; Πόσων νιώθεις;
Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009
Εμπάθεια Συμπάθεια Αντιπάθεια
Είναι αργά και κάθομαι στο γραφείο. Κάποιες στιγμές η βροχή χτυπά το παράθυρό μου με βία. Νομίζεις είναι χαλάζι. Δεν είναι.
Το κτήριο είναι άδειο. Πάντα έτσι νομίζω τέτοια ώρα, μέχρι να ανακαλύψω ότι κάποιος άλλος τρελός καθόταν μέχρι αυτή την ώρα και δούλευε "μαζί μου".
Αλλά συνήθως έτσι είναι. Για να νιώσουμε τους άλλους, να τους σκεφτούμε, πρέπει συνήθως να μας πουν ακριβώς τι τους συμβαίνει, ή να το δούμε να τους συμβαίνει. Αλλιώς η νοοτροπία που επικρατεί (γύρω μου τουλάχιστον) είναι ότι όλοι οι άλλοι καλά την έχουν.
Καλά την έχει αυτός, τόσα λεφτά βγάζει. Καλά την έχει εκείνη, με τέτοια κορμάρα όλοι στα πόδια της. Καλά την έχει ο άλλος, το αφεντικό μόνο εκείνον παίρνει απευθείας τηλέφωνο, χωρίς τη μεσολάβηση γραμματέα.
Κανείς δεν σκέφτεται ότι αυτός που βγάζει "τόσα" λεφτά, μπορεί να μην έχει καν το χρόνο να τα ξοδέψει. Ότι εκείνη με το "κορμί-σπαθί" προσπαθεί εδώ και χρόνια να πάρει προαγωγή, αλλά κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά (ωραία και έξυπνη, δεν γίνεται ε;) κι ότι ο άλλος που απαντά στα απευθείας τηλεφωνήματα του αφεντικού του, κάθε φορά που κτυπά το τηλέφωνο πετάγεται νευρικά, γιατί ξέρει ότι αυτό σημαίνει πως πάλι το βράδυ δεν θα γυρίσει στη γυναίκα του και στο παιδί του, πάλι θα τους βρει να κοιμούνται, πάλι θα φύγει πρώτος το πρωί, γιατί απλά εδώ που έφτασε δεν μπορεί να πει πια όχι.
Λείπει λίγο η εμπάθεια. Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη λέξη και δεν έχω πρόσβαση σε λεξικό. Εμπάθεια, όχι όμως με την αρνητική της έννοια, αλλά με την έννοια του να μπορείς να μπεις, έστω για λίγο, στο πετσί του άλλου, να τον καταλάβεις.
Να προσπαθήσεις, έστω, να μπεις στη θέση του. Και μετά να κρίνεις. Η, ακόμα καλύτερα, αφού πάντα θα σου λείπουν κάποια δεδομένα, να μην κρίνεις.
Ναι. Αλλά...
Το κτήριο είναι άδειο. Πάντα έτσι νομίζω τέτοια ώρα, μέχρι να ανακαλύψω ότι κάποιος άλλος τρελός καθόταν μέχρι αυτή την ώρα και δούλευε "μαζί μου".
Αλλά συνήθως έτσι είναι. Για να νιώσουμε τους άλλους, να τους σκεφτούμε, πρέπει συνήθως να μας πουν ακριβώς τι τους συμβαίνει, ή να το δούμε να τους συμβαίνει. Αλλιώς η νοοτροπία που επικρατεί (γύρω μου τουλάχιστον) είναι ότι όλοι οι άλλοι καλά την έχουν.
Καλά την έχει αυτός, τόσα λεφτά βγάζει. Καλά την έχει εκείνη, με τέτοια κορμάρα όλοι στα πόδια της. Καλά την έχει ο άλλος, το αφεντικό μόνο εκείνον παίρνει απευθείας τηλέφωνο, χωρίς τη μεσολάβηση γραμματέα.
Κανείς δεν σκέφτεται ότι αυτός που βγάζει "τόσα" λεφτά, μπορεί να μην έχει καν το χρόνο να τα ξοδέψει. Ότι εκείνη με το "κορμί-σπαθί" προσπαθεί εδώ και χρόνια να πάρει προαγωγή, αλλά κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά (ωραία και έξυπνη, δεν γίνεται ε;) κι ότι ο άλλος που απαντά στα απευθείας τηλεφωνήματα του αφεντικού του, κάθε φορά που κτυπά το τηλέφωνο πετάγεται νευρικά, γιατί ξέρει ότι αυτό σημαίνει πως πάλι το βράδυ δεν θα γυρίσει στη γυναίκα του και στο παιδί του, πάλι θα τους βρει να κοιμούνται, πάλι θα φύγει πρώτος το πρωί, γιατί απλά εδώ που έφτασε δεν μπορεί να πει πια όχι.
Λείπει λίγο η εμπάθεια. Δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερη λέξη και δεν έχω πρόσβαση σε λεξικό. Εμπάθεια, όχι όμως με την αρνητική της έννοια, αλλά με την έννοια του να μπορείς να μπεις, έστω για λίγο, στο πετσί του άλλου, να τον καταλάβεις.
Να προσπαθήσεις, έστω, να μπεις στη θέση του. Και μετά να κρίνεις. Η, ακόμα καλύτερα, αφού πάντα θα σου λείπουν κάποια δεδομένα, να μην κρίνεις.
Ναι. Αλλά...
Κυριακή, 09 Αυγούστου 2009
«Στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές…»

Καλημέρα! ΟΚ, το ξέρω ότι μπορεί να μην το διαβάζετε μέρα, αλλά τώρα, εδώ που είμαι εγώ είναι πρωί. Απέναντί μου έχω ένα πάρκο που ακόμη δεν είμαι σίγουρη πού τελειώνει, γεμάτο δέντρα, γεμάτο «υγρό» πράσινο, εκείνο το πράσινο που θέλει νερό για να ριζώσει και να ανθίσει. Ένας τύπος με σορτσάκι πέρασε κάτω από το παράθυρό μου τρέχοντας, και όχι, δεν ξέχασε τα τσιγάρα στο αυτοκίνητο κι επιστρέφει να τα πάρει. Αυτός τρέχει για άσκηση. Είμαι στο κέντρο της πόλης και ακούω πουλάκια. Ο ουρανός είναι φωτεινός, απρόβλεπτος όμως. Κάθε λίγο κάτι παρέες από σύννεφα περνούν και κρύβουν τον ήλιο. Μπορεί να αποφασίσουν να μας βρέξουν, μπορεί και όχι.
Δεν είμαι στην Κύπρο. Κι αν όλα πάνε καλά, δεν θα είμαι εκεί (εδώ, για κάποιους από σας) για πολύ καιρό. Μου ακούγεται λίγο οξύμωρο: «αν όλα πάνε καλά, δεν θα είμαι εκεί». Οξύμωρο, γιατί άφησα πίσω πολλά, πώς μπορούν να είναι «όλα καλά»; Και γιατί ξέρω ότι θα μου λείψουν. Θα έρθει η στιγμή που θα λιγοστέψουν οι παλμοί μου και θα κάτσω σε μια πολυθρόνα, και ξαφνικά θα το νιώσω. Ότι μου λείπουν. Τώρα, με την τρέλα της μετακόμισης, δεν υπάρχει χώρος για τέτοιο συναίσθημα, δεν επιτρέπεται, αλλιώς δεν θα λειτουργήσεις, δεν θα οργανωθείς: όλα νέα, πολύ άγχος, ψάχνω σπίτι, καινούργια δουλειά, νέοι συνάδελφοι, πάλι άλλο γραφείο, αμάν αυτός ο παλαβόκαιρος, βρες το σούπερμάρκετ, ποιος θα σιδερώνει, με πονάει η μέση μου, το κεφάλι μου να δεις.
Ξέρω όμως ότι σε λίγο, μόλις πάψω να είμαι τουρίστας που δουλεύει θα αρχίσω να τα πεθυμώ: το σπιτάκι μου, το τρελό Τζαζούι μου που όλο και κάποιος βρισκόταν να του τη δώσει. Την ορτάνσια, που δεν ήθελα να την αφήσω -ναι, το ξέρω ότι απαγορεύεται η μεταφορά φυτών, αλλά δυο χρόνια την παρακαλούσα να ανθίσει και φέτος το αποφάσισε, αν κι όλοι μου λεγαν πως μόνο στα βουνά ανθεί, εκείνη όμως μου βγαλε κάτι πανέμορφα ροζ λουλούδια, κι εγώ την εγκατέλειψα, κατάλαβες. Τελικά ήρθα εδώ να ανακαλύψω ότι μάλλον είναι το εθνικό τους λουλούδι, υπάρχει παντού.
Δεν ξέρω, αν αντέχω να σκεφτώ πώς θα είναι, όταν θα μου αρχίσουν να μου λείπουν οι άνθρωποι που άφησα πίσω. Ούφφου. Αυτό το ποστ ξεκίνησε ως σύντομο πληροφοριακό μήνυμα ότι δεν έχω ψοφήσει σε κανέναν παγκάκι, κι ότι είμαι ζωντανή, και τελικά καταλήγει Ομήρου Οδύσσεια με κλάμα και οδυρμό από Καλημέρα Ζωή. Δεν θα το κάνω αυτό, γιατί αν αφήσω τον εαυτό μου να νιώσει θλίψη, αν αρχίσω να σκέφτομαι έναν-έναν τους αγαπημένους που δεν θα δω για πολύ καιρό, δεν είμαι σίγουρη ότι θα προλάβω να ανακάμψω μέχρι αύριο. Κι αύριο, πάω δουλειά.
Υ.Γ. Δεν είμαι σίγουρη ότι το πρόλαβα το παλιρροιακό κύμα
Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009
Love and Money. Episode Two
Όταν η αγάπη μετριέται σε μετρητά…
Περίπτωση 2
Είσαι ο Καραμήτσος. Είσαι καλεσμένος σε γάμο. Παντρεύεται ένας φίλος σου, ο Πρήχτης. Απλό ε; Καθόλου.
Παραθέτω σκέψεις που μπορεί να σου περάσουν από το μυαλό, καθώς αποφασίζεις τι δώρο θα του κάνεις. Ακολουθεί διάλογος Αγγελικού Καραμήτσου (ΑΚ) και ΣκατοΚαραμήτσου (ΣΚ), δηλαδή τα δυο Άλτερ Έγκο του Καραμήτσου:
ΣΚ: Μπορώ να διαθέσω 50 ευρώ.
ΑΚ: Ναι, αλλά σε κάλεσε στο τραπέζι. Βάλε κάτι παραπάνω.
ΣΚ: Μα κι εκείνος τόσα έβαλε στο γάμο μου.
ΑΚ: Ναι, αλλά ήρθε μόνος του. Εσύ πας με την Καραμητσούλα. Τα διπλά θα πληρώσει για σένα.
ΣΚ: Ε, κι εγώ φταίω που ερωτεύτηκε την Ευλαμπία (Λάμπς είπαμεεε) μετά το γάμο μου; 50 έχω.
ΑΚ: Δεν είναι σωστό.
ΣΚ: Καλά, θα βάλω 60.
ΑΚ: Ναι, αλλά η Σούξου Μούξου και ο άντρας της είπαν θα βάλουν 150.
ΣΚ: Πόσααααααααααααααα; (άσπρισμα δέρματος, κοκκίνισμα εσωτερικού ματιών)
ΑΚ: 150, σκατοτσιγκούνη.
ΣΚ: Ναι, αλλά αυτοί παίρνουν περισσότερα από μένα. Εξάλλου, ο Πρήχτης είχε πάει στο γάμο τους στη Μύκονο και πλήρωσε εισιτήριο και διαμονή. Άρα του χρωστούσαν.
ΑΚ: Θα νιώθεις άσχημα μετάααααα...
ΣΚ: Δε θα νιώθει άσχημα κι ο Πρήχτης που μου έβαλε λιγότερα;
ΑΚ: Καλά λες. Μην το παίξεις υπεράνω, θα νομίζει ότι τον λες τσιγκούνη.
ΣΚ: Ε, πόσα να του βάλω;
ΑΚ: Να του βάλεις 80 και να του πάρεις κι ένα δώρο.
ΣΚ: Και δώρο;;;;
ΑΚ: Ναι, ρε. Για αναμνηστικό.
ΣΚ: Τι δηλαδή, να του πάρω τον πύργο του Άιφελ σε μπρελόκ; Μουαχαχα.
ΑΚ:Ουφ αυτό το σκατοχιούμορ σου. Όχι ηλίθιε. Να του πάρεις κάτι άλλο, πιο ακριβό. Ένα ωραίο βάζο, κάτι.
ΣΚ: Έχει ωραία βάζα για 20 ευρώ; Γιατί πάνω από 100 δεν ξοδεύω.
ΑΚ: Δεν έχει. Θα του πάρεις ένα των 50. Κι αν πάει να το αλλάξει και δει την τιμή;
ΣΚ: Ε, να τα αφαιρέσω από τα 80 τότε;
ΑΚ: Και τι θα του βάλεις πανέξυπνε; 30;
ΣΚ: …
ΑΚ: Λοιπόν, κλείσαμε. Θα του βάλεις 80, και πενήντα το βάζο 130. Μια χαρά σε βρίσκω.
ΣΚ. /%£=)(/»°!»£$$£%$»)(/$=)/*/. Δεν λες καλά που βαφτίζω το παιδί σε δυο μήνες και θα μου τα επιστρέψει αναγκαστικά…
The end.
Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009
Love and Money

Όταν η αγάπη μετριέται σε μετρητά…
Περίπτωση 1.
Πας να πάρεις δώρο στην κολλητή σου και σκέφτεσαι: «Αχ, τι ωραίο αυτό το μπλουζάκι, είναι τελείως το στιλ της! Και το ψαράκι πάνω τέλειο!». Πάνω που είσαι έτοιμη να το αρπάξεις και να το σύρεις από τα μαλλιά στο ταμείο, βλέπεις και την τιμή: €10. «Πόσο;» λες, και αρχίζουν οι σκέψεις: «Μα μόνο; Α! Τέλεια τιμή. Ναι, χμ. Τέλεια τιμή, αν το έπαιρνα για μένα. Για την Καγκάρω μου όμως δεν πρέπει να δώσω κάτι παραπάνω; Κι αν πάει να το αλλάξει και δει ότι κάνει μόνο δέκα ευρώ;» Κι εκεί αρχίζουν τα όργανα. Το μπλουζάκι με το ψαράκι το αγοράζεις για σένα και αρχίζεις να γυρεύεις το «κάτι παραπάνω» για εκείνη.
Αφού όμως μπήκες στη διαδικασία να το ψάξεις αλλιώς, θα πρέπει να έχεις και στο μυαλό σου πόσα θα δώσεις. Που ορίζεται είτε από το πόσα έχεις, είτε από το πόσα ξόδεψε εκείνη για σένα στην αντίστοιχη περίπτωση, είτε από το πόσο συχνά μιλάτε στο τηλέφωνο, είτε από το πόσο υποχρεωμένη της είσαι, είτε από το πώς σχολίασε την Ευλαμπία (Λάμπς για τους φίλους) που της πήρε ένα «τσίππικο δώρο», είτε από όλα τα παραπάνω. (το γεγονός ότι τη φωνάζεις Καγκάρω μόνο όταν δεν είναι μπροστά, δεν σε έχει προβληματίσει καθόλου)
Καταλήγεις εξουθενωμένη (και αφού έχεις γυρίσει όλα τα καταστήματα που βάζουν τα προϊόντα σε τσάντες με γυαλιστερό χαρτί και το λόγκο τους με μεγάλα γράμματα, να το βλέπουν και οι πρεσβυωπικοί) να δίνεις 100 ευρώ, που είναι και πάνω από όσα υπολόγιζες, επειδή βρήκες ένα πουκάμισο που δεν σε τρελαίνει καθόλου, αλλά είναι (α) από «καλό» κατάστημα, (β) δεν θα ντραπείς, αν μάθει την τιμή (γ) η ώρα είναι οκτώ, τα καταστήματα κλείνουν, και απόψε είσαι καλεσμένη σπίτι της, άρα πρέπει να εμφανιστείς με δώρο ανά χείρας.
Πας στην Καγκάρω, της δίνεις το δώρο. Βλέπει τη σακούλα, ενθουσιάζεται. Βγάζει το πουκάμισο, το κοιτάει, σε ευχαριστεί πολύ. Τρεις φορές εκείνο το βράδυ σε ρωτάει από πού πήρες τη μπλούζα με το ψαράκι που φοράς, κι ότι είναι φοβερή. Όταν μένει μόνη της, αρχίζει να αναρωτιέται πώς θα σου πάρει αντίστοιχο δώρο, με τις βαρυφορτωμένες κάρτες της να κλαίνε από το χρέος. Εύχεται να της είχες κάνει δώρο καμιά μπλούζα με ψαράκι σαν αυτή που φορούσες, αλλά, αφού το ξέρει, όλα τα καλά για τον εαυτό σου τα κρατάς.
Την επομένη κι οι δυο σας –ξεχωριστά εννοείται- λέτε τον πόνο σας στη Λαμπς, που αρχίζει να νιώθει ενοχές για το «τσίππικο δώρο» που είχε κάνει στην Καγκάρω (σου ξέφυγε, οκ;). Νιώθετε κι οι τρεις σκατά. The end.
Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009
Ξεστραβώθηκα
Όχι, μη χαίρεστε, δεν εννοώ ότι "έπηξεν ο νους μου". Απλώς, επιτέλους κατάφερα το αυτονόητο για πολλούς, δυσνόητο για μένα: να μεγαλώσω τα γράμματα της ιστοσελίδας και να βλέπω σαν άνθρωπος τι γράφω! Ας ελπίσουμε ότι τώρα που βλέπω καλύτερα, θα γράφω και καλύτερα, χε χε. Για μια ελπίδα ζούμε... :)
Και μια που είναι καλοκαίρι, είπα να αλλάξω και λίγο το πένθιμο μαύρο και να δούμε και λίγο το φως εις την σελίδαν τούτην.
Φιλιά.
Axairefti
Και μια που είναι καλοκαίρι, είπα να αλλάξω και λίγο το πένθιμο μαύρο και να δούμε και λίγο το φως εις την σελίδαν τούτην.
Φιλιά.
Axairefti
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)